Αναρτήσεις

'Ο,τι φοβάμαι είναι παντού.

Ό,τι φοβάμαι το βρίσκω ξανά και ξανά μπροστά μου. Ό,τι φοβάμαι με περικυκλώνει - δεν μ' αγκαλιάζει. Ό,τι φοβάμαι είναι κρυμμένο στις καλύτερες κρυψώνες. Ό,τι φοβάμαι με ερεθίζει. Ό,τι φοβάμαι είναι παντού. Ό,τι φοβάμαι κάνει κουμάντο στις λέξεις και στο σώμα μου. Ό,τι φοβάμαι δεν κρυώνει. Ό,τι φοβάμαι δεν με φοβάται - νομίζω. Ό,τι φοβάμαι με εξαπατά. Ό,τι φοβάμαι είναι ό,τι δεν άφησα να ξεσπάσει. Ό,τι φοβάμαι συνοφρυώνεται. Ό,τι φοβάμαι μου θυμώνει. Ό,τι φοβάμαι με κυνηγάει. Ό,τι φοβάμαι με παρακολουθεί με τις άκρες των βλεφάρων του. Ό,τι φοβάμαι μου κλείνει τους δρόμους. Ό,τι φοβάμαι με κάνει εχθρό μου. Ό,τι φοβάμαι με παιδεύει. Ό,τι φοβάμαι δεν γράφεται. Ό,τι φοβάμαι δεν λέγεται. Ό,τι φοβάμαι το ερωτεύομαι. Ό,τι φοβάμαι το σιχαίνομαι. Ό,τι φοβάμαι το ερωτεύομαι. Ό,τι φοβάμαι το μισώ.

νεκρός.

Τι κρίμα που σε έκρυψα τόσο βαθιά. Τι κρίμα που σου έκοψα και τα φτερά. Τι κρίμα που σου έβγαλα τα μάτια. Τι κρίμα που σε σκέπασα με μαραμένα λουλούδια από ένα πρώην ανθισμένο γιασεμί. Τι κρίμα που δεν είχα φως να σου ρίξω στο σκοτάδι, εκει μέσα. Τι κρίμα που δεν είχες χέρια να με σπρώξεις και να βγεις. Τι κρίμα που είχες ραμμένο το στόμα και δεν άρθρωσες λέξη. Τι κρίμα που σαθρό το μέσα σου δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Τι κρίμα που δεν είχες πόδια να με κλωτσήσεις και να με αποτρέψεις από τον θάνατό σου. Τι κρίμα που δεν ήρθε κανείς να σε βγάλει. Τι κρίμα που δεν σε ακούει πια ούτε α αδέσποτος σκύλος που κάθε τόσο περνά. Τι κρίμα που δεν είχες καρδιά να χτυπήσει δυνατά την ώρα που σε έκρυβα. Τι κρίμα πραγματικά. Γιατί τώρα. Πόσο δύσκολα αλλάζουν όλα αυτά τώρα; Πόσο δύσκολα η ζωή ξαναδίνεται στον νεκρό; Στο νεκρό εγώ. Στο νεκρό είμαι. Στο νεκρό υπάρχω. Στο νεκρό χαμογελάω. Στο νεκρό αγαπάω. Λήθη και θάνατος, χρωματιστά στολίδια σ...

φτηνό κονιάκ.

Το φτηνό κονιάκ μου ξυπνάει εικόνες  κι αφήνει ονόματα να μου χτυπάνε την πόρτα της φαντασίας και της μνήμης. Άλλοτε ευχάριστα, κυρίως όμως όχι. Κανένα όνομα που ξυπνάει το αλκοόλ δεν είναι συνήθως δεμένο με ανθρώπους που σου φέρθηκαν γλυκά. Ίσως και να το έκαναν. Μία. Δύο. Τόσο, δεν μπορούσαν παραπάνω. Δυσκολεύτηκαν. Γδερνόντουσαν στ αγκάθια και αποφάσισαν πως το λουλούδι δεν είναι γι΄αυτούς. Γι αυτό σήμερα τους υμνεί το αλκοόλ. Γι' αυτό σήμερα σκάνε στο μυαλό μου σαν τσιχλόφουσκες από φτηνή τσίχλα, από αυτές που χάνουν γρήγορα τη γεύση τους και δεν μπορεις καν να τις μασήσεις. Τέτοια τσίχλα εραστών μασάω κι απόψε. Έρωτες γλύφουν ηδονικά τις τρύπες του μυαλού και χώνουν τις λάγνες γλώσσες τους στα κενά της μνήμης. Αγάπες νεκρές κι απανθρακωμένες από του χρόνου την λαίλαπα κινούν το ευλύγιστο κορμί τους  κι επιδίδονται σ' έναν χορό,που, μοναδικό στόχο έχει την έκρηξη. Υγρή έκρηξη. Από τα μάτια. Όχι. Άστε με ήσυχο. Ή...

θα 'μαι. θα' σαι;

Εικόνα
Θα 'μαι το κομμάτι που έλειπε και θα ΄σαι το τραγούδι που δεν ακούει κανείς. Θα ΄σαι η νύχτα και θα μαι τα φώτα στην άδεια λεωφόρο. Θα ΄σαι η μέρα και θα ΄μαι ομπρέλα κεντημένη - στα χέρια μιας κυρίας. Θα ΄σαι ο αέρας και θα 'μαι το παράθυρο που χορεύοντας ανοιγοκλείνει. Θα 'σαι τ' αστέρια και θα 'μαι το κενό που μένει, όταν σε κάποια ευχή πέσουν. Θα 'σαι τα όνειρα και θα 'μαι ο ιδρώτας τους. Θα 'σαι το αύριο και θα 'μαι το σήμερα: για να ΄ρθεις όσο πιο όμορφα γίνεται/ για να σε περιμένουν όλοι. Κι έχω τόσα να σου δώσω όταν έρθεις. Θα σ' αγκαλιάζω σφιχτά σαν μοναδική ύπαρξη ελπίδας. Θα σου τραγουδάω δυνατά για να κλείνεις τ' αυτιά και να γελάμε. Θα σου δίνω τα ρούχα που αγαπάω περισσότερο γιατί μόνο αυτά θα σου πάνε. Θα σου κρατάω τα βράδια συντροφιά όταν δίπλα μου ξαπλώνεις. Θα ΄μαι εκεί. Όταν σε γνωρίσω, θα 'μαι εκεί.

Σε ξέχασα.

Όπως ο θάνατος τον γέρο που κείτεται σ' ένα κρεβάτι. Όπως τα χρώματα όλα το μαύρο δεν πλησιάζουν. Όπως ξεχνάω το βράδυ το φως στο μπάνιο αναμμένο. Έτσι το φέραν οι περιστάσεις., έτσι θέλησε ο χρόνος να γίνει. Κάπως τυχαία. Σε ξέχασα.

Rien ne va plus - Μαργαρίτα Καραπάνου (αποσπάσματα)

Αποσπάσματα από το βιβλίο. "Το να ξεχνάς είναι το μεγάλο μυστικό των δυνατών ανθρώπων. Το να θυμάσαι και να αναμασάς είναι η έσχατη ανθρώπινη αδυναμία, και το πληρώνουν πάντα οι άλλοι. Αλλά βέβαια το πληρώνεις πάντα κι εσύ." "Ξαπλωμένοι στο ξέφωτο ακούγαμε τις ζωές μας σαν παραμύθι. Κάναμε συγκρίσεις. Ήταν σαν να βάζαμε τάξη σε δυο ετερόκλητα σπίτια, σαν να πετούσαμε ένα έπιπλο για να κρατήσουμε ένα άλλο.. Προσπαθούσαμε να φυλάξουμε τις καλές στιγμές και ν’ αφανίσουμε τον πόνο, τις ενοχές, την ασχήμια, την απελπισία. " "Κι οι άνθρωποι που μας αγαπούν μας γδέρνουνε, σαν τον Καίσαρα. Πρέπει ν’ αφήνουμε στον άλλο την ελευθερία να μας δείχνει την αγάπη του όπως θέλει, όπως ξέρει, όπως μπορεί, αρκεί να μη μας καταστρέφει. Κι ο έρωτας τι είναι; Νυχιές αγάπης είναι, σημάδια, ίχνη που αφήνει ο άλλος μέσα σου. Εγώ αυτό που φοβάμαι πάνω απ όλα είναι η ησυχία, η σιωπή. Θέλω ανεξίτηλα σημάδια, ζωή.». Άλκη, για μένα ο έρωτας είναι λευκή μαγεία!" " ...

η αυλή.

Εικόνα
Μια αυλή μας περιμένει γεμάτη παντζούρια σε σπίτια άδεια που οδηγούν. Τραπέζια απλωμένα μια ψησταριά να καπνίζει και κόσμος να πηγαινοέρχεται. Σε αυτη την αυλή θα σου πω πως μ' αρέσεις. Θα σου πω ενα μυστικό μου και θα σου ψιθυρίσω ενα τραγούδι στο αυτί. Κι αμα κουραστούμε στην αυλή που παιδιά δεν θα παίζουν, μια βόλτα να πάμε. Μια βόλτα σε στενά φεγγαροφώτιστα, εκει που οι άστεγοι κατευνάζουν τους πόνους τους κι οι μετανάστες γρήγορα βαδίζουν προς του σπιτιού τους την πυρρά. Εκεί σε αυτούς τους δρόμους πιάσε μου το χέρι. Ναι, μπορείς. Μπορείς και να μου χαιδέψεις των μαλλιών μου τις μπούκλες. Κι ύστερα άσε με να κρυφτώ στης αγκαλιάς σου τα βάθη να ταλαιπωρηθώ από τον αδιάκοπο παλμό της καρδιάς σου. Κι όταν με δεις να κλείνω τα μάτια και να πεθαίνω στο άδειο στενό της Αθήνας που αρρωσταίνει, μέρα με τη μέρα πιο πολύ, εκεί στην ανείπωτη στιγμή του μικρού μου θανάτου φίλα με για πρώτη και τελευταία φορά. Φίλα με αργά λες και όλες οι μέρες που ακολουθού...

crazy.

Εικόνα
Και κυνηγάς ένα όνειρο που δεν σου θυμίζει τίποτα. Ή σου θυμίζει. Κάτι από τα παλιά. Και αναμοχλεύεις θυσίες και παραχωρήσεις. Επαναλαμβάνεις λάθη. Επαναλαμβάνεις αλήθεια. Ψάχνεις τι σωστό να κάνεις. Τι σωστό έκανες. Ονειρεύεσαι ζωή και γράφεις. Γράφεις πολύ. Για ότι έχει περισσέψει από κάτι που είχες πολύ. Από κάτι δικό σου. Από κάτι δικό σας. Ονειρεύεσαι ζωή και απομακρύνεις το τώρα. Με επιφύλαξη διαβάζεις ποίηση. Με τρόμο ξαναδιαβάζεις αυτα που έγραψες. Συνειδητοποιείς τις ελλείψεις. Όχι όσων γράφεις. Όχι του πως τα γράφεις. Τέλος πάντων. Ονειρεύεσαι. Ζωή; Δεν ξέρεις που αλλού να ψάξεις. Τι άλλο να ζητήσεις. Πως να το ζητήσεις; Δεν ξέρεις πως το λένε. Το όνομα. Εχεις ξεχάσει (ή δεν ήξερες ποτέ) το όνομα. Πως προφέρεται. Πως διαβάζεται. Πως λέγεσαι; Πως σε φωνάζουν; Αλλαγή. Μεγάλη. Μικρή. Αλλαγή. Κενά. Στη μνήμη. Στο τώρα. Κενά. Κρίμα. Αυτό λες. Μόνο λες. Κρίμα. ...................................

είσαι-είμαι.

Κράτησε την ανάσα σου. Δεν την χρειάζομαι. Δεν την χρειάζεσαι. Είσαι η αλήθεια στα όσα είμαι και στα όσα θέλω. Είσαι η αρχή των ονείρων και το τέλος στους εφιάλτες. Είμαι το σήμερα και είσαι το χτες που με ξεπρόβαλε. Είμαι η ανατολή και είσαι το σκοτάδι που με ανέδειξε. Είμαι το καλημέρα και είσαι το χαμόγελο πριν. Είμαι το τραγούδι και είσαι η έμπνευση που το έστειλε στο χαρτί. Είμαι το φως και είσαι ο Θεός που το έπλασε. Είμαι η αμαρτία και είσαι η συγχώρεση. Είμαι το αίμα και είσαι η φλέβα. Είμαι η κουρτίνα και είσαι το παράθυρο με τη θέα. Είμαι το κίνημα και είσαι η επανάσταση. Είμαι ο φόβος και είσαι το ψέμα. Είμαι το ένστικτο και είσαι ο συμβιβασμός. Είμαι η προέλευση και είσαι η καταγωγή. Είμαι το νόημα και είσαι η πραγματική ζωή. Ψέματα. Όλα ψέματα. Κανένα παράθυρο ανοιχτό. Όλα κλειστά ερμητικά και σφαλισμένα καλά. Κανένα χαμόγελο. Κανένας Θεός δημιουργός μου. Καμία επανάσταση. Μόνο ψύγματα φωνής ενάντια σε κάτι που δεν συνέβη. Τα ένστικτα μου θα μεινουν ένστικτα καλά κ...

βατράχια.

Κούραση στο τέλος της μέρας. Αμφιταλάντευση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Μεταξύ ζωής και αλήθειας. Ψέμα και θάνατος. Κάπου εκει κολυμπάει το τώρα μου. Και το καταβροχθίζουν τα βατράχια. Εξάντληση ανάμεσα στα σάλια ενός βατράχου. Αγκαλιά με μια ροζ γλώσσα. Μια αίσθηση υγρής ηδονής. Ναι, σαν αυτή που δεν κατάφερα να σου χαρίσω. Σαν αυτή που δεν μας χτύπησε την πόρτα ποτέ.

-

Γιατί να λέμε αλλόκοτη την χαρά που μας περιβάλλει, και παράξενη, όταν μπορούμε ακόμα στα μάτια να κοιτιόμαστε;

Τικ-τακ.

Με κουρδίζεις και μ' αφήνεις να χτυπάω σ' ένα μόνιμο τικ-τακ. Τικ.

17.04.12

"Ο χρόνος είναι η μεγαλύτερη απόσταση που χωρίζει δύο τόπους" είπε κάποιος μεγάλος. Μα τώρα, σ' αυτή τη μικρή πόλη με τους μεγάλους ανθρώπους και την  ολοζώντανη γλώσσα η μόνη απόσταση που με χωρίζει  από το μελιστάλαχτο κορμί σου και τα μάγια μάτια σου είναι τα χιλιόμετρα που ορίζει το εκεί με το εδώ. Χιλιόμετρα ουκ ολίγα και η φωνή μακραίνει  στου τηλεφώνου τη γραμμή. Δεν το όρίζω, δεν τ' ονομάζω. Δεν μου είναι γνωστό άλλωστε το τώρα μας. Μα το αφήνω να διαπρέψει  σαν πολύβουο μελίσσι  στην ησυχία της ζωής μου. Γλυκά τα λόγια σου μα λίγα μπρος στην απόσταση που ορίζει όχι ο χρόνος μα ο χώρος. Ο χώρος μικρός και η σκέψη σου υγρή και πλανεύτρα. Μου λείπεις πριγκηπική μου παρουσία και γίνεται το παραμύθι ιστορία μαγική για κάποιου έρωτα την τυφλή απουσία.

Έρωτας

Πιθανόν και να μη ζήτησα τίποτα. Ίσως και να έδωσες κάτι. Μα με ένα ίσως και ένα πιθανόν, έρωτας δε λογιέται.