Αναρτήσεις

Ode to the smile [ Ι ]

Εικόνα
Καρφώνει στο κέντρο κάθε παγωμένη σκέψη- την τρυπάει κάθετα για να ματώσει  και να ζεσταθεί Απαντάει σε κάθε αναπάντητο και παράτολμο και εξουσιαστικό και ανεπιτυχές ερώτημα Ανατρέπει τη σκηνή και την καθιστά ερωτίζουσα ή και φιλική Αντικαθιστά τον λόγο με θράσος αλλά και ευγένεια και τρόπο Δυσκολεύει κάθε ελαφριά και επιφανειακή κατάσταση άμεσα  και επικίνδυνα Αντιστρέφει τον θυμό- τον μετατρέπει σε πάθος ερωτικό- καύλα Θωπεύει τον άστεγο νου τον ταξιδευτή τον πλάνητα  τον πειρατή Αγκαλιάζει τον απέναντι τον άλλον τον ξένο τον αλλοπρόσαλλο τον παράξενο τον διαφορετικό τον ανυπάκουο τον αντιδραστικό τον επαναστάτη τον γκρινιάρη τον ζηλιάρη τον έξαλλο τον παγωμένο τον τρελό. Τρυπώνει στην καρδιά και μένει εκεί για μέρες και βδομάδες και χρόνια. Όλοι το θυμούνται μετά απο καιρό και το ζητάνε ξανά. Σε όλους λείπει.

ενδιάμεσες μέρες

Εικόνα
οι μέρες που μεσολαβούν των κανονικών  απ' τη Δευτέρα στην Τρίτη κι απ΄την Πέμπτη στην Παρασκευή μέρες φαντάσματα και ώρες εμβόλιμες των ωρών που από την πραγματική ζωή μας κλωτσάνε με βία στην ενδιάμεση  σε αυτή που υπάρχεις αλλά και όχι αναπνέεις  αλλά και όχι πιστεύεις αλλά και όχι ελπίζεις αλλά και όχι νοσείς αλλά και όχι θρηνείς  αλλά και όχι αισθάνεσαι αλλά και όχι οι ενδιάμεσες μέρες αυτές του αλλά και, της ενδιάμεσης ύπαρξης μας της ενδιάμεσης σκέψης  της ενδιάμεσης φυγής της ενδιάμεσης αλήθειας της ενδιάμεσης ολοκλήρωσης

τρεις το πρωι

Εικόνα
Έτσι όπως κατέληξε και πάλι η βραδιά  από Χατζιδάκι ψιθυριστά σε Ρίτα στη διαπασών, έτσι καταλήγουν  και οι πιο ψαγμένοι  και διαβασμένοι και οργανωμένοι και προμελετούντες και προσχεδιάζοντες εραστές στις τρεις το πρωι: με του ενός τα δάχτυλα  χιλιόμετρα μακριά  απ΄τα μαλλιά του άλλου και με το πουλί  στο χέρι.

ποιός θέλεις να είμαι;

Εικόνα
Ποιά νύχτα στην Αθήνα είναι ίδια; Ποιά φωνή ξαναλέει τα ίδια λόγια αγάπης σε άλλο αυτί και άλλο στόμα; Ποιός φίλος ποιά φίλη τολμά να είναι αυτό που εσύ δεν μπορείς να έχεις να είσαι να θέλεις; Ποιό παράθυρο στην Κυψέλη δεν βλέπει πολυκατοικία και ανθρώπους κι αμάξια και ακάλυπτους και φασαρία; Ποιά γειτονιά στου Ψυρρή δεν μυρίζει κουλούρι και γλυκό απ΄τη Νάνσυ και μπύρα  κι αρώματα ανθρώπων; Ποιός δρόμος στο Παρίσι θα σε φιλοξενήσει  να θυμάσαι να γελάς να μην κοιμάσαι να ονειρεύεσαι; Ποιά στοά στον κόσμο θα σε κρύψει απ΄τη βροχή των κοιταγμάτων και των ψιθύρων των ανθρώπων; Ποιό ποτάμι και ποια θάλασσα θα ελαφρύνει το γυμνό κορμί σου τα βουρκωμένα μάτια σου το πένθιμο τραγούδι σου; Ποιός εραστής απαγορευμένος και ενθουσιώδης θα σου κάνει έρωτα χωρίς να σου κρύβει κάτι από σένα χωρίς να απαξιώνει κάτι από σένα χωρίς να εξουσιάζει κάτι  από σένα χωρ...

Μετάβαση

Εικόνα
Απ´ το ένα στο άλλο Απ´ το μικρό στο μεγάλο Κι αντίστροφα Τι βόλτα πεζή Κι αλλοπρόσαλλη Όλο στροφές Εκει που είναι η αλλαγή Ευθεία πάει Μεταβλητή μονάχη Τα μαλλιά Απ´ την ορμή του αέρα Σχήματα αλλάζουν και χρωματα Απ´ τον ήλιο Κρυφά τα όνειρα Ξεπετιούνται  Θαμπά και φοβισμένα Σαν πονηρή σκέψη σε εκκλησιά Πότε τη νύχτα  Και πότε τη μέρα Το μυστικό ξεχάστηκε Και βγήκε να χορέψει Τις άγριες νύχτες της Αθήνας Τις ξέφρενες καθημερινές Μεθυσμένες αποδράσεις Στα στενά του Ψυρρή Και στο Μεταξουργείο Τι παράξενη που είναι Η κάθε ηλικία Η κάθε φαντασία Η λογική.

τι καλοκαίρι είσαι 'συ, βρε.

Εικόνα
Φοβήθηκα πως μεγάλωσα. Μου ΄δωσα τόσα ελαφρυντικά που και η παραμικρή υπόνοια ατασθαλείας με στέλνει στο κρεβάτι μου. Καλοκαίρι. Ανάβω ανεμιστήρα. Υγρασία. Γυμνός και μόνος. Όπως ήρθα εδώ. Τι θέλω τόσο ξενύχτι; Και το αλκοολ άλλαξε γεύση. Δεν είναι ίδιο το αλκοόλ μόνος. Ούτε σεξ ούτε έρωτας. Ούτε τίποτα ανάμεσο. Κάνω τον ανήξερο αλλά οι κάψες με προδίδουν συχνά και σε ώρες που δυσκολεύομαι. Τι καλοκαίρι παράξενο. Κι είναι κι αυτή η λάθος πανσέληνος. Που τους κάνει όλους ρομαντικούς και τάχα μου συναίσθημα διαχέεται. Θέλω να ουρλιάξω κάτι από Ρίτα Σακελλαρίου και να αφορήσω κάθε δήλώση αγνότητας. Αθλητές στις οθόνες. Όλοι να κερδίσουμε θέλουμε. Όλοι χρυσό θέλουμε. Όλοι κερδίζουμε. Ένας χάνει. Μόνος του. Τι καλοκαίρι αφόρητο. Πηγμένο στην ιδρωτίλα και το κακό αλκοόλ. Που πήγαν οι βόλτες με τ΄αμάξι και τα πειράγματα στους τουρίστες. Τι καλοκαίρι νεκρό. Τέρμα στην μετάβαση. Δεν μπορώ τις μεταβάσεις μα μόνο ...

Έτσι έμαθα κολύμπι ή Ημέρα του Πατέρα.

Εικόνα
Ρε μεγάλε, θυμάσαι που με πέταξες στη θάλασσα δύο χρονών και μου είπες κολύμπα; Έτσι έμαθα κολύμπι.  Έτσι μου έμαθες και τη ζωή. Να βουτάω, και να μαθαίνω εκει που βουτάω να κολυμπάω. Όχι να επιπλέω! Να κολυμπάω και να το απολαμβάνω. Και να θέλω ρε μεγάλε να σε ξεχάσω κάποτε μου κότσαρες την μύτη σου να σε θυμίζει. Μεγάλη, στομφώδης, επιβλητική, εμφανίζεται πρώτη. Πριν από μας, για μας. Μου κότσαρες και την αγάπη για την τέχνη. Το θέατρο δεν θα το 'ξερα, την ποίηση. Έγραφες, θυμάσαι; Για μας, για σένα. Για τη θάλασσα. Να τη πάλι η θάλασσα. Γράφεις ακόμα;  Δεν σε θυμάμαι με μαλλιά αλλά τι να τα κάνεις τα μαλλιά όταν τα μάτια σου πετάνε σπίθες; Τι ζωντάνια είναι αυτή; Πού τη βρήκες και μας την έδωσες;  Τις γαλότσες και τις βροχερές μέρες που μαζέυαμε σαλιγκάρια τις θυμάσαι ρε;  Το δεντρόσπιτο που μας έχτισες; Τις φωτογραφίες που μας έβγαζες με την μηχανή κάποιας παλιάς σου γκόμενας απ΄τα φοιτητικά σου χρόνια; Έλα μην κάνεις πως δεν...

γυναίκα κάκτος.

Εικόνα
Στην Α. Είναι το είδος που φοβάται μια πατριαρχική κοινωνία. Είναι το είδος που επιβιώνει σε τρομερά αντίξοες συνθήκες. Είναι το είδος που αποθηκεύει νερό, να ΄χει να ζήσει αλλά και να ΄χει να δώσει. Είναι το είδος που αντέχει στα δύσκολα, όσο κι αν κρατάνε. Είναι η γυναίκα που φαινομενικά έχει αγκάθια για να προστατεύει εαυτόν αλλά περισσότερο τα έχει για να στηρίζει πάνω σε αυτά τα λουλούδια της. Είναι σπάνια τα λουλούδια της κι αν τα δεις είσαι τυχερός. Είναι τύχη να 'χεις δει γυναίκα κάκτο να ανθίζει. Το λουλούδι κρατάει για λίγο, μα είναι ό,τι πιο όμορφο έχεις δει. Τα αγκάθια όμως την ασφαλίζουν από όσους θέλουν να την κόψουν. Από όσους της κουνάνε το χέρι και επιδεικνύουν τα μεγάλα πριόνια τους. Η γυναίκα κάκτος ξέρει να χώνει τα αγκάθια της βαθιά στα χέρια όσων θέλουν να της σπάσουν τον κορμό και ξέρει να τσιμπάει παιχνιδιάρικα όποιον είναι έτοιμος να την πλησιάσει και να συνυπάρξει. Η γυναίκα αυτή υπομένει. Όχι από ντροπή και συστολή, αλλά ξέρει πως οι κάκτ...

To be or not to be, a friend.

Εικόνα
Έχεις, δίνεις. Δεν έχεις, δίνεις. Δεν θέλεις, δίνεις. Δεν πίνεις, πίνεις. Δεν τρως, μαγειρεύεις. Τρως, μοιράζεσαι. Μοιράζεσαι, χαρίζεις. Ανοίγεσαι, ηρεμείς. Κλείνεις μάτια, πέφτεις. Δεν πέφτεις, σώζεις. Ακούς, συμβουλεύεις. Δεν ακούς, προσπαθείς. Ανήκεις, αφήνεσαι. Αφήνεσαι, πέφτεις. Σώζεις, δεν ζητάς. Σώζεσαι, δεν χρωστάς. Δωρίζεις, δεν προσδοκείς. Προτείνεις, απορρίπτεις. Αποδέχεσαι, ορίζεσαι. Δεν μπορείς, μιλάς. Δεν μιλάς, ξέρει. Δεν ξέρει, υποψιάζεται. Δεν αντέχεις, σε αντέχει. Αλλάζεις, σε αλλάζει. Αλλάζεις, σε γδύνει. Σε γδύνει, σε ντύνει. Κρατιέσαι, δίνει χέρι. Δίνεις χέρι, σε κρατάει. Υπομένεις, υπομένει. Υπομένει, υπομένεις. Διψάς, προσφέρει. Διψά, έχεις φροντίσει. Αλαφιάζει, αλαφιάζεις. Αλαφιάζεις, κλείνει μάτι. Ενθουσιάζεσαι, σε προσδένει. Ενθουσιάζεται, τον φυλάς. Θέλει αέρα, γεννάς οξυγόνο. Θέλει φύση, γίνεσαι δέντρο. Θέλει λουλούδι, τρέχεις έξω. Θέλει τέχνη, βρίσκεις. Θέλεις τέχνη, γίνετα...

ο τοίχος και.

Γνώρισα έναν τοίχο. Μου άρεσε με την πρώτη ματιά. Ήθελα πολύ να τον πλησιάσω και  να τον αγγίξω. Ήθελα πολύ να δω πόσο τραχύς και πόσο λείος ήταν. Πλησίασα τον τοίχο. Δεν μιλήσαμε. Δεν είπαμε τίποτα. Τον κοίταξα επίμονα και του χαμογέλασα. Δεν είπε και δεν έκανε τίποτα. Το πήρα ως θετικό και πλησίασα κι άλλο. Τον ξανακοίταξα και δειλά  σήκωσα το χέρι μου και τον ακούμπησα με τα ακροδάχτυλα. Ήταν μαλακός και γερός και δροσερός. Δεν αντέδρασε και δεν οπίσθοχώρησε στο άγγιγμά μου. Το πήρα ως θετικό και πλησίασα κι άλλο. Ακούμπησα τον ώμο μου και άφησα το βάρος μου και δειλά άφησα το κεφάλι μου να γείρει και τα μαλλιά μου να τον χαϊδέψουν. Τον κοίταξα από κοντα και μόνο τότε είδα πόσο ωραίο χρώμα έχει και πως φαίνονται οι πόροι του και οι ατέλειές του. Τα χείλη μου αυθόρμητα και ανεξέλεγκτα από όποια λογική σκέψη έσκυψαν και φίλησαν βρεγμένα και αργά τον τοίχο αυτόν και τα μάτια έκλεισαν για να ζ...

φ.

Εικόνα
Μας κοιτάζει το φιλί και φωνάζει. Έχει μπουχτήσει κι αυτό να μην το δίνει κανείς σε κανέναν.

lacrimal - εικόνες μιας πρόβας.

Εικόνα
Πώς κινούνται τα πόδια και τα χέρια όχι; Πώς ισορροπώ πάνω σε κούτες πλαστικών από σκουπίδια μέλλοντα και χρήσεις παρελθόντες; Τι κινεί τον χώρο; Πώς χορεύει ο νους σε εικόνες μαύρες; Τι με κρατάει ούδετερα αφημένο στην απόλυτη ακινησία; Πόσο φοβάμαι να ριχτώ και να τολμήσω την κίνηση; Γιατί ο άλλος με εμπνέει; Γιατί ο χώρος αποπνέει το επόμενο; Πόσο το σώμα θέλει και πόσο ακολουθεί; Πόσα το βλέμμα λέει όταν το σώμα ακινεί; Τι χρόνος περνάει κατα τη γέννηση της ιδέας; Πόσα χρώματα κυοφορεί το μαύρο; Ποιό φόντο θέλει η στατικότητα; Ποιό βήμα ψάχνει η επόμενη κίνηση; Ποιός σε σπρώχνει όταν δε θες; Πόσο κουράζει το λίγο το καθόλου το μηδέν; Γιατί τον ήχο του χεριού τον εμποδίζει η λέξη της οδηγίας; Ποιά οδηγία με ορίζει - με εκφράζει - με εξηγεί - με λειτουργεί - με καταπονεί - με φτιάχνει; ΠΑΥΣΗ. Πλήθος πόδια. Φτιάχνεται η εικόνα. Δομείται. Τα πόδια χτίζουν τον ήχο τον τολμούν τον εντείνουν. Καμία παύση. Ροή. Πόδια γυμνά. Χέρια...

Πορτοκάλι.

Εικόνα
6/3/2016 Πλατεία Συντάγματος.  Αθήνα  Ανοιχτό κάλεσμα για συλλογή τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης για τους Σύριους πρόσφυγες. Είμαι στα τρόφιμα. Πήγα τους είπα θέλω να βοηθήσω,  πέστε μου τι να κάνω. Βάζουμε σε κούτες τα μακαρόνια, τις σταφίδες, τα μπισκότα και το κριθαράκι. Πως πέρναγε η ώρα το καταλάβαινα από το φως της μέρας που έφευγε. Σκοτείνιαζε στην πλατεία και τα φώτα δεν είχαν ακόμα ανάψει. Πακέταρα κάτι πορτοκάλια. Ναι, κάποιος είχε φέρει πορτοκάλια. Αυτά είχε. Αυτά έφερε. Μου γλιστράει ένα και πέφτει κάτω, πως γίνεται μπερδεύομαι και το πατάω. Πορτοκάλι. Μυρωδιά πορτοκαλιού. Άρωμα. Τα μάτια μου θολώνουν και είμαι έτοιμος να βάλω τα κλάματα. Μεταφέρομαι ολόκληρος σε μια σκηνή από το παρελθόν:  Μεγάλη παρέα. Οικογένειες, φίλοι. Κύπρος. Πάμε εκδρομή στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Από ΄κει είναι η μάνα μου. Οδηγούμε με τα αμάξια περιφερειακά της κλειστής περιοχής της Αμμοχώστου. Η μάνα μου είναι από τον Σταυρό, μια περιοχή μέσα στο Βαρώσι. Ξαφνικ...

Το λάθος είναι

Εικόνα
Το λάθος είναι που νομίζω πως κάτι έχω να χάσω, έτσι και τολμήσω να σε φιλήσω. Έτσι και τολμήσω. Έτσι και τολμήσω να σου χαϊδέψω  ακόμα πιο ερωτικά το στήθος και την πλάτη. Έτσι και τολμήσω να σε κοιτάξω και να σου κλείσω με νόημα το μάτι. Το λάθος είναι που νομίζω πως κάτι έχω να χάσω.

Πάλι - Μαλβίνας Κάραλη

Εικόνα
Χάραμα στο κρεβάτι – πρώτο τσιγάρο της μέρας. Δολιχοκέφαλος αρκούδος στα παπλώματα. Τυπικός καλοπροαίρετος, τις νύχτες γίνεται βιολί. Αφού το κεφάλι του ανάμεσα στον ώμο μου και το μάγουλο, άρα βιολί. Παίζω πάλι. (Για πόσο.) Πρωινό του Σαββάτου με τους Αιγύπτιους και τους Πακιστανούς της Σοφοκλέους. Περπατάω στην κάτω πόλη με τον Σ., τον Α., την Α. Ιρακινοί φίλοι υποδέχονται τους νεοφερμένους με χαμόγελα. Κερνάνε νεράκι εμφιαλωμένο. Καφέ με κάρδαμο. Η Γάντα, η νεαρή Αιγύπτια φίλη μου, με βάζει για δέκατη φορά να της ξαναγράψω το τηλέφωνό μου. Αγοράζω κασέτες και αιγυπτιακή λεμονίτα. «Αγκάπη μου, λατρεύεις Αίγκυπτο, έτσι δεν είναι;» Ανατολή. Μέση οδός δεν υπάρχει. Ή λατρεύεις ή απεχθάνεσαι. Η Α. χώνεται στους Κινέζους και αγοράζει φόρεμα με το μοναδικό της χαρτονόμισμα. «Λεφτά για μεσημεριανό φαγητό ή φουστάνι;» ρωτάει. Φουστάνι, φυσικά. Έκπαγλο λουσάτο κουρέλι. «Σίγουρα   Σότρις , αγάπη μου», θα της λένε τα βράδια στο   Ζάζα’ς , τα ψώνια με τα κραυγαλέα, τα υπερτιμημένα κουρ...

I like you. A lot.

Εικόνα
Τα ξέρω αυτά που σώζουν. Μου τα 'χουν πει πολλές φορές. Και πρόσεχε. Και μην τρέχεις. Και μην μιλάς χωρίς να σκέφτεσαι. Και μην ερωτεύεσαι με την πρώτη ματιά. Και φόρα κράνος. Όλα μου τα 'χουν πει. Για όλα με έχουν προειδοποιήσει  ανελλιπώς και με κάθε λεπτομέρεια. Με γουρλωμένα μάτια  κι ανησυχία και έγνοια και αγάπη. Μα ήθελε το σώμα να μάθει μόνο του και η καρδιά να αναστενάξει. Ο νους ήθελε να κολλήσει  για να ξεχωρίσει το όχι απ' το ναι. Η γλώσσα να μιλήσει πρώτα ήθελε και η ματιά να καρφωθεί πριν αδιαφορήσει. Και φόρεσα κράνος. Για πρώτη φορά. Σε σένα. Που η γλώσσα μίλησε απ΄την καρδιά. Που η καρδιά διογκώθηκε απ' τη ματιά. Που η ματιά καρφώθηκε με φόρα στη δική σου. Που η σκέψη μου άλλαξε χρώμα και φορά. Σε σένα με κράνος θα οδηγήσω να έρθω. Προστατευμένος. Κι ασφαλής. Κι απ΄τη δική μας μετωπική, που έτσι κι αλλιώς δεν τη γλιτώνω, το πολύ να γδάρω τα γόνατά μου. Χαλάλι.

Ode to a tramp.

Εικόνα
Ο φόβος. Ο αμετάκλητος και απαράλλαχτος φόβος της απόρριψης. Ο κόσμος. Εσύ. Η απόρριψη. Το παιχνίδι δεν τρομάζει σχεδόν κανένα. Ούτε το δύσκολο. Ούτε το εύκολο. Παρά μόνο η απόρριψη. Η ιδέα της απόρριψης ίσως περισσότερο κι από την ίδια. Η ιδέα της αμετάκλητης κι αλάνθαστης ιδέας της απόρριψης. Ναι. Αλλαγή στη ρουτίνα των όχι, το κάθε ίσως. Το κάθε μικρό κοκκαλάκι σημασίας - και όχι άμεσης και ισχυρής απόρριψης- μετατοπίζει την ιδέα της ανυπαρξίας μου. Με τοποθετεί αργά - πολυ αργά- στο βάθρο της ίσως ύπαρξης. "Σιγά" σκέφτηκα δυνατά. "Σιγά τα μάτια." Η μοναχικότητα της μοναξιάς. Η μοναξιά της μοναδικότητας. Η μοναδικότητα της φασαρίας. Η φασαρία των δύο. Τι δεν καταλαβαίνεις; Μεταλλάσομαι σε έντομο. Να σε πλησιάσω με φασαρία. Να με ψάχνεις χειροκροτώντας στον αέρα. Να πανικοβάλλομαι απ΄το ξαφνικό ενδιαφέρον σου και να πηδάω από κεφάλι σε κεφάλι. Μόνο έτσι θα γλιτώσω την απόλυτη και αδιαβάθμητη απόρριψη. ...

Ode to a cat: "Φίλε, έτσι κι έτσι νιάου νιάου"

Εικόνα
Κάθε βράδυ στη σέλα της βέσπας, κοιμάται μία γάτα. Κάθε πρωί βλέπω τα αποτυπώματα από τις πατούσες της. Απομεινάρια της νύχτας της. Και της δικιάς μου. Σκέφτομαι τι με συνδέει με τη γάτα και τον ύπνο της στη σέλα μου. Τίποτα. Μόνο που ο κώλος μου κάθε πρωί καθαρίζει τις βρωμιές από τις πατούσες της. Ίσως και πεντέξι τρίχες. Μας συνδέει κάτι πολύ ωμό και άμεσο με τη γάτα που δεν έχω γνωρίσει. Είναι σαν να ζούμε μαζί και καταχράζεται ήδη τα προσωπικά μου αντικείμενα. Όπως όλες οι γάτες. Καταπατάει τον προσωπικό μου χώρο τον οικειοποιείται, και το πρωί φεύγει κυρία. Ούτε γάτα ούτε ζημιά, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Γιατί δεν θα ΄λεγα για ζημιά τα αποτυπώματα των πατουσών της. Ούτε τις τρίχες. Ζημιά θα ήταν να είχε τόσο βρώμικες πατούσες, που τα αποτυπώματα να αποτυπώνονταν, εκτός από τη σέλα, και στον πισινό μου. Στο παντελόνι δηλαδή. Ούτε καν απευθείας πάνω στο δέρμα. Οπότε ναι, μάλλον, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Μερικές φορές εύχομαι να την είχα προλάβει. Στο μυαλό μου έχει διογκωθεί, σαν...

παραλογισμοί.

Εικόνα
Ό,τι κινείται σκοτώνει. Ό,τι σκοτώνεται αυτοκτονεί. Ποτέ δεν είχα καταλάβει: το μέτρο. Το λίγο. Το τόσο όσο. Πάντα η άβυσσος θύμιζε περιφραγμένη παιδική χαρά. Χαρά. Αλλά περιφραγμένη. Παιδική. Αλλά όχι χαρά. Το άκρο σκοτώνει. Το μέτρο σκοτώνει. Τα πάντα σκοτώνει η βουβαμάρα έτσι και την αφήσεις. Δεν αφήνω. Επιτρέπω. Δεν φοβάμαι. Υπολογίζω. Δεν αμφισβητώ. Επιβεβαιώνω. "Εσύ τώρα τι κλαίς;" Και πόρτα που κλείνει. Και ήχος ασανσέρ. Και μηχανή που ξεκινάει. Και άδειος δρόμος. Φεύγω σημαίνει σκοτώνω. Σκοτώνω σημαίνει απομακρύνω. Εδώ δεν υπάρχει. Εκεί υπάρχει πάντα. Επιλογή. Αυτή η δυσκολία. Αυτή η απάτη. Η ανάποδη τομή είναι πάντα επίπονη. Η ευθεία τέμνει και δυσκολεύει. Η καμπύλη συνεχίζει. Μια καμπύλη ευνουχίζει. Παραλογισμός. Δίπλα. Απο ΄κει που είσαι, δίπλα, κατοικεί το λογικό φαίνεσθαι. Από κει που είσαι τώρα, τώρα το απόλυτο τώρα, δυο βήματα μακριά είναι το λογικό. Επιλογή. Αυτή η μάστιγα. Αυτή η ευτυχία.

Κάτι να γυαλίζει.

Εικόνα
Λόγος που δεν έχει εφευρεθεί. Περιγραφή που δεν μπορεί να εκφραστεί. Δάκρυ που δεν μας βρέχει. Πόνος που δεν μας κουνάει ρούπι. Ζωές που δεν μας ανήκουν. Θάλασσα που δεν ακουμπάμε. Άνθρωποι που δεν είναι. Παιδιά που δεν έζησαν. Εμείς που δεν φταίμε ποτέ. Αυτοί. Εμείς. Αυτοί. Οι άλλοι. Οι όχι-σαν-εμάς. Ή όχι. Το όχι. Ευρώπη. Παιδάκια. Ματάκια. Κάτι να γυαλίζει. Κι ας έχει μαυρίσει μέσα. Να γυαλίζει. Μας κάνει. Θα το ξεκάνει το κύμα. Το τεχνητό βήμα. Η τεχνητή αναπνοή. Θα ζήσει. Κι αν ζήσει; Που; Πάνω μας. Δίπλα μας. Ποιός είναι; Από πού; Φοβάσαι γελοίε. Φοβάται κι αυτό. Όλοι φοβούνται. Χειμώνας. Τον ξέρεις. Τον βλέπεις. Δεν βλέπεις. Κρυμμένος. Δεν θέλεις να αντέχεις. Σε φτιάξαν μικρό και ημιμαθή και μέτριο. Είσαι. Είναι. Εμείς. Αυτοί. Αλλού. Να πάνε αλλού. Βλάκα.