Αναρτήσεις

ψάχνω ομορφιά.

Εικόνα
Αν με ρωτάς τι ψάχνω θα σου απαντήσω ομορφιά. Δεν θα σταθώ στο μέσα  και στο έξω και τι τα χωρίζει εξάλλου δεν γνωρίζω. Μα ξέρω σίγουρα  όταν συναντώ την ομορφιά την θέλω δική μου. Όχι σε αποκλειστικότητα, τα φοβάμαι τα πράγματα  που ολότελα μου ανήκουν. Μα θέλω πολύ να την αγγίξω να την οικειοποιηθώ  και μετά να τη λευτερώσω. Να αισθάνομαι κι όταν φύγει πια πως έχει λίγο από μένα εκείνη η ομορφιά. Πως έχει κι αυτή λίγο ασκήμια και σκιά. Ποτέ δεν μου φτάνουν οι ομορφιές. Πάντα κι άλλες πολλές ζητώ να έχω τριγύρω  να τις περιπαίζω και αυτές να με αγνοούν. Το ΄χω μάθει το παιχνίδι πιά έτσι κι αλλιώς. Η ομορφιά ψάχνει τη σοφία κι η μαυρίλα την ομορφιά. Κανείς δεν συνάντησε τελικά ποτέ κανένα κι όλοι ευτυχισμένοι ζουν.

Ο έρωτας ή(-ναι) πόλεμος.

Εικόνα
Με φοβάμαι στα δύσκολα. Με αμφισβητώ, όσο ποτέ άλλοτε. Με καθιστώ ανίκανο προς διαχείριση. Με αυθυποβολή χάνω έδαφος και κερδίζω πόντους εμπειρίας. Και λοιπόν;   Τι με αναδεικνύει σε νικητή; Εναντίον ποιού; Από ποιόν βραβεύομαι; Και πότε; Με βασανίζω με σκέψεις. Με κουράζω με πραξεις αυθόρμητης εξαγωγής - κινησιολογικής και λέκτικής. Με υποβαθμίζω σαν νόμισμα σε εποχή πολέμου. Η λέξη: πόλεμος. Αυτή. Τώρα. Συνέχεια. Στο μυαλό μου. Μεταξύ μας. Το αιώνιο δίλημμα το 'χω ακυρώσει. Δεν ψάχνω την απάντηση πιά. Ο έρωτας ή(-ναι) πόλεμος. Ο μακροβιότερος. Με τις μεγαλύτερες απώλειες. Με τα απαιτητικότερα αποθέματα. Με τα πιο σύχρονα όπλα. Με τα πιο ισχυρά εκρηκτικά. Με τον δυσκολότερο εχθρό: τον εαυτόν.

Κάνω φίλους τα αγρίμια.

Εικόνα
Κάνω φίλους τα αγρίμια. Τα ακολουθώ. Θέλω να με μαθαίνουν. Θέλω να με διδάσκουν. Να μου δείχνουν πως να μη φοβαμαι τη σκιά μου. Να μου μαθαίνουν τις αισθήσεις. Κάνω φίλους τα αγρίμια. Έχουν τα ένστικτα δυνατά κουρδισμένα. Κι ακούνε τους ήχους. Και βλέπουνε τα χρώματα. Και θυμώνουν. Και εξαγριώνονται. Και σ΄ εκτιμούν. Αγαπάνε τα αγρίμια. Μ΄ ένα δικό τους τρόπο. Αλλά αγαπάνε. Πολύ. Και βουτάνε. Και πληγώνονται. Κάνω φίλους τα αγρίμια. Κολυμπάνε στα βαθιά. Και επιβιώνουν. Ζούν ήρεμα τα αγρίμια. Γιατί ξέρουν. Αγαπώ τα αγρίμια της ζωής μου. Τα θέλω κοντά μου. Είναι ζεστά. Πίνουν αλκοόλ - το λένε τσάι. Καπνίζουν. Σε κοιτάνε στα μάτια. Συμφωνούν πολύ. Κάνω φίλους τα αγρίμια.

Τα μήλα είναι πολλά.

Εικόνα
Κρατούσα ένα μήλο. Είχα δαγκώσει μία φορά. Δύο. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι το γεύτηκα. Κι ηταν η ώρα που το ήθελα. Είχα στυφό στόμα. Και τα υγρα του καταπράσινου μήλου μου έπρεπε να βρέξουν   και την πιο απόκυρφη ίνα από τον ουρανίσκο μου. Αλλά έπεσε. Το μήλο έπεσε. Γλίστρησε από το χέρι μου. Εγκατέλειψε τα δάχτυλά μου και έπεσε κάτω. Στον δρόμο. Και τα δάχτυλά μου έμειναν να κρατούν ένα αόρατο μήλο. Και ο ουρανίσκος έμεινε να περιμένει την τρίτη και την τέταρτη δαγκωνιά. Κι έμεινα εκεί. Δεν υπήρχαν πολλά να γίνουν. Το μήλο μπορούσε να πλυθεί και να φαγωθει - αλλά με την αέναη  και ατέρμονη σκέψη ότι αυτο το μήλο κάποτε είχε πέσει κάτω, εγκαταλείποντας  τις ανάγκες μου. Ή να αρπαχθεί με βία και να πεταχθεί. Το μήλο, και κάθετί που ηδονεί, είναι για να μας αφήνεται χωρίς δεύτερες σκέψεις. Χωρίς παρελθόντα συμβάντα που επηρεάζουν την απόλαυση. Και επειδή το μήλο είναι για να φαγώνεται ολόκληρο μέχρι το δόντι να φτάσει στο κουκούτσι, καλύτερα πέτα το μόλις δεύτε...

Τον χειμώνα είμαι πουλί.

Εικόνα
Τον χειμώνα είμαι πουλί. Και φεύγω. Πετώ μακριά κι εξαφανίζομαι. Αν με ψάξεις θα με βρεις  ανάμεσα στα σύννεφα. Θα ταξιδεύω να βρώ τον ήλιο που μου πήρε ο χειμώνας. Τον χειμώνα είμαι πουλί. Αφήνομαι στο κρύο μα θέλω για παρέα τη ζεστή καρδιά  του καλοκαιριού μου. Τον χειμώνα είμαι πουλί. Και ψάχνω το καλοκαίρι μου. Δε θέλω φωλία τον χειμώνα. Θέλω ταξίδια. Και συντροφιά. Θέλω σμήνη να με περικυκλώνουν και να φτιάχνουμε σχήματα φαντασμαγορικά. Τα σύννεφα θέλω να με κρύβουν και τον αέρα να με παρασέρνει. Τον χειμώνα είμαι πουλί. Αν με θες, θα με βρεις στον ουρανό. Τα δέντρα και τα γυμνά καλώδια δεν με χωράνε πιά. Τον χειμώνα είμαι πουλί. Αν με θες γίνε σύννεφο μαύρο, τρομερό και με βροχές. Μόν ο τότε θα με παρασύρεις. Θα με βρέξεις. Θα με αλλάξεις. Θα με κρατήσεις. Θα με αγκαλίασεις. Θα με έχεις. Αλλιώς τη ζέστη του καλοκαιριού θα αναζητήσω σε άλλη γη. Κάπου μακριά. Τον χειμώνα είμαι πουλί. Βουτάω από ψηλά και σκίζω τον αέρα με κραυγές.

τι παιδιά που είμαστε.

Εικόνα
Τι παιδιά που είμαστε. Θέλουμε παιχνίδι. Θέλουμε γκρίνια. Θέλουμε φιλί στο μάγουλο. Θέλουμε να 'χουμε. Θέλουμε να ΄χουμε να δίνουμε. Θέλουμε να μας δίνουν. Όλα τα θέλουμε. Και τα θέλουμε χτες. Δεν είναι που δεν τα έχουμε. Δεν είναι που δεν μας δίνουν. Άπλειστα παιδιά. Άπλειστα για λατρείες. Άπλειστα για υπερβολές. Και κόσμο. Και μοναξιά. Και στεριά. Και ωκεανό. Και ομορφιά. Και ασχήμια. Και σκοτάδι. Και σκιά στο πάτωμα. Και τα καταφέρνουμε καλά. Τα βρίσκουμε. Και τα ΄χουμε όλα. Δεν το ξέρουμε. Μα τα ΄χουμε όλα. Και γη. Και σελήνη. Φτάνει που δεν ξέρουμε πως είμαστε ακόμα παιδιά που κυνηγάνε τον ήχο της βροχής. Φτάνει που κάποια παιδιά βλέπουν ακόμα τις στάλες στο παράθυρο. Φτάνει που ακόμα κάποια παιδιά ενθουσιάζονται. Ναι. Φτάνει αυτό και περισσεύει. Φτάνει που ακόμα κάποια παιδιά ενθουσιάζονται.

γαμώτο.

Εικόνα
Για άλλη μια φορά. Δεν κατάφερα να μου στερήσω το καληνύχτιο τσιγάρο. Δεν καπνίζω τακτικά αλλά μια ανάγκη με σπρώχνει σε μια ηδονή που δεν μου ανήκει. Το απολαμβάνω σαν δώρο Χριστουγέννων το πρωι κάτω απ' το δέντρο. Χωρίς δέντρο. Χωρίς περιτύλιγμα. Χωρίς ειδική γιορτή. Εγώ είμαι η ειδική γιορτή. Η ξεχωριστή στιγμή της καπνίλας στο δωμάτιο, είμαι εγώ. Μου αρέσει που μοιράζομαι κάτι με μένα. Ταχύ δώρο σε ανύποπτη στιγμή. Κι όλο λέω δεν κάνει. Δεν πρέπει. Μα είναι γλυκό το αίσθημα όταν κάτι σου ανήκει και σε εξουσιάζει ταυτόχρονα. Φριχτό απομεινάρι μιας ατέλειωτης μοναξιάς. Γαμώτο. Καμία δύναμη δεν ασκώ στην εξουσία. Καμία απαγόρευση. Καμία ντροπή. Καμία φειδώ. Λυπάμαι που δεν τα κατάφερα σε αυτό. Δεν στεναχωριέμαι. Λέω, λυπάμαι. Κι αυτό εννοώ. Και το αύριο πάλι κλειστό. Με ζητήματα που απαιτούν λύση. Κρίμα. Δεν θα ΄ρθει. Η λύση είναι η φραγή της εξουσίας στην ατέρμονη μοναξιά μου. Τίποτα άλλο. Γαμώτο. Δεν τα κατάφερα και πάλι. Καμία...

κάπου κάποιος πεθαίνει.

Εικόνα
Κάπου κάποιος πεθαίνει. Μόνος του. Πέφτει στο πεζοδρόμιο και σηκώνει το στήθος στον ουρανό. Εκεί που πάει; Σπάει τη μέση και τεντώνει τα πόδια μπροστά. Εκεί που πήγαινε; Έχει τα μάτια ανοιχτά αλλά το κεφάλι του είναι γερμένο προς τα πίσω. Εκεί απ΄ που ερχότανε; Κάπου, κάποιος πεθαίνει. Πολύ μόνος του. Με ένα μαύρο παντελόνι και ένα καρό πουκάμισο. Κι ούτε κανένας τόλμησε να ρωτήσει. Κι ούτε κανένας δεν γύρισε το βλέμμα. Κι ούτε κανένας. Κι ούτε εγώ. Μπροστά μου ένας κύριος πεθαίνει. Μόνος του. Είμαι εγώ.

Οδηγίες χρήσεως ξένων σωμάτων.

Εικόνα
Μην το κρατάς τόσο σφιχτά. Δεν πάει πουθενά. Αμα θέλει, θα μείνει εκεί που είναι. Άμα θέλει, θα κάνει και μια γύρα. Αμα θέλει, θα ξανάρθει. Μην το κρατάς τόσο σφιχτά, τη δουλειά του πάλι την κάνει. Θέλει απαλά, αλλιώς θα εκραγεί  και θα χυθεί το καυτό απ´ έξω. Πάνω σου. Θα σε κάψει. Άμα θέλει, θα σε τραυματίσει. Άμα θέλει, θα το θυμάσαι για καιρό. Άμα θέλει. Μπορεί και να μη θέλει. Τότε πιάστο και χύστο εσύ. Μην περιμένεις να χυθεί  μόνο του - τα είπαμε ξανά. Μόνο μην το κρατάς τόσο σφιχτά. Απαλά ακούμπησε το χέρι κι αυτό ξέρει να μένει. Ξέρει να σου κάνει αυτο που θες, αυτο που πρέπει. Τα ξένα σώματα δεν θέλουν καμία πίεση. Αλλιώς κοχλάζουν, στριφογυρνάνε, ξεχύνονται παντού και σε τραυματίζουν.

το μάτι πέφτει στο ωραίο με φόρα.

Εικόνα
Το μάτι, ό,τι κι αν θέλει η καρδιά, πέφτει στο ωραίο με φόρα και το αιχμαλωτίζει. Το αποθηκεύει στο μυαλό και το ανασύρει για να γλυκάνει τη σκέψη του. Κι είναι η αιχμαλωσία  διαδικασία τολμηρή. Γιατί το ωραίο έχει κι αυτό μάτια και βλέπει  κι αναποκρίνεται -ή όχι. Αλλά το ωραίο ποτέ δεν κρύβεται. Θέλει να ξέρει πως είναι το ωραίο και να το υπογραμμίζει ανα πάσα στιγμή. Έτσι είναι τα ωραία. Κι όσο κι αν δεν θέλουμε, τα αιχμαλωτίζουμε. Και τα σκεφτόμαστε Και βασανιζόμαστε. Τι σχέση κι αυτή, που ο αιχμάλωτος διασκεδάζει και ο κυνηγός βασανίζεται. Μέρες και μέρες τώρα που το ωραίο δεν φθείρεται στο μυαλό. Κουράστηκα με τα ωραία που σου μένουν στο μυαλό αλλά δεν είναι δικά σου. Θέλω ένα δικό μου.  Το δικό μου ωραίο. Που θα ξυπνάω και θα ΄ναι εκεί και θα το 'χω αιχμαλωτίσει και στο μυαλό και στα χέρια μου. Δεν θέλω να μου ανήκει το ωραίο- δεν είμαι εγώ για τέτοια περιουσία. Αλλά θέλω να το αγγίζω...

σε φοβάμαι ρε.

Εικόνα
Σε φοβάμαι ρε. Εσένα. Ναι. Εσένα που με κοιτάς εξονυχιστικά και με εγκρίνεις ή όχι. Εσένα που γελάς κρυφά πίσω από παλάμες βρώμικες και δάχτυλα χρησιμοποιημένα. Εσένα που τρομάζεις και αλλάζεις πορεία στο νεκρό πεζοδρόμιο. Σε φοβάμαι ρε. Σε φοβάμαι πολύ. Κι αν με δεις με το κεφάλι ψηλα δεν είναι που το χω έτσι για μένα. Αλλά για σένα. Για να μην μπεις στο μυαλό μου και μου γαμήσεις κάθε χτισμένο εκατοστό ζωής. Για να μην έχεις πρόσβαση ρε στην λογική και στην ψυχή και στο σώμα μου. Δεν θέλω εσένα που φοβάμαι να σε βάλω στη ζωή μου. Σε φοβάμαι ρε. Πολύ. Κι αν δεν το καταλαβαίνεις αυτό που κάνεις, ναι, και το κάνεις συνέχεια, έτσι δεν κάνουμε δουλειά. Σε φοβάμαι ρε κριτή. Σε φοβάμαι και σε απομακρύνω γιατί η σιωπή μόνο έτσι με επισκέπτεται. Σε φοβάμαι ρε και σένα και τα επίθετα και τις κατηγορίες και τις τοποθεσίες σου. Δεν με θέλουν και δεν τις θέλω τις καρτελίτσες. Τι με κοιτάς; Δεν ξέρεις πως σε φοβάμαι; Ναι ρε σε σένα μιλάω; Τι; ...

Έλα και ξύπνα με.

Εικόνα
Έλα και ξύπνα με. Έχει φύγει κι ο Σεπτέμβρης πριν του πω "γεια καλωσήρθες". Και τωρα να 'μαι του λέω με δυσκολία αντίο. Απ´ τη μια το φχαριστιέμαι γιατί δεν είναι ο Σεπτεμ´βρης φίλος σταθερός. Άλλοτε τρελός κι άλλοτε ήσυχος. -Για κοίτα! Μου θυμίζει εμένα. Και σένα.- Από την άλλη στεναχωριέμαι. Αυτη η αστάθεια είναι που με πετάει στα βαθιά μου και πνίγομαι. Και δεν θέλω άλλο πνίξιμο θελω ελευθερία. -Έχεις να μου δώσεις; Έλα και ξύπνα με αν έχεις να μου δώσεις ελευθερία. Αλλιώς άσε με να κοιμάμαι ανέγγιχτος και μονός. Έλα και ξύπνα με  αν έχεις να μου δώσεις. Αλλιώς άσε με  ήσυχο και τρελό και με τα μάτια ανοιχτά, μπροστά σε ένα φθινόπωρο πιο απότομο  κι από χείμαρρο τον Απρίλη - εκει που λιώνει το χιόνι. Έλα και ξύπνα με γαμώτο. Απαλά ή με φασαρία. Γλυκά ή άγαρμπα. Απλά, έλα και ξύπνα με το πρωί.

Αιώρηση.

Εικόνα
Κράτησα την ανάσα μου για ένα λεπτό. Γούρλωσα τα μάτια στο τελείωμα της ζωής μου και ξεψύχησα. Ξεψύχησα πέντε, έξι φορές. Εκεί στον γκρεμό της ζωής όλα μου φάνηκαν μηδενικά κι ασήμαντα. Λόγια, λέξεις, πράξεις που ειπώθηκαν και έγιναν, μοιάζουν μικρά, τιποτένια. Τότε, μόνο τότε, στο απόλυτο χάσιμο του εαυτού μου με βρήκα. Με ανακάλυψα. Είδα ό,τι με αγγίζει να διογκώνεται και να με αγκαλιάζει. Να με κλείνει στο κουκούλι του και να με μεταμορφώνει. Μεταμορφώθηκα. Κι αμα θες να με βρεις ψάξε στην αιώρηση: Στην μικρή αλλά τόσο απόλυτη αιώρηση της στιγμής που νιώθεις πλήρης. Εκεί, ίσως αγκαλιαστούμε. Εκεί, ίσως ξεχάσω. Εκεί, ίσως.

Η νύχτα είναι αιμοβόρος τόπος.

Εικόνα
Κρύβομαι πίσω από μπογιές κι ονόματα να μη με βλέπει η νύχτα γυμνό. Δεν κρίνει η νύχτα, σαν τη μέρα. Κουβαλάει μια ελευθερία, σαν από πάντα. Σαν να ΄χει νικήσει του φόβους της και τις προκαταλήψεις. Μα σαν σε δει η νύχτα γυμνό σε κατασπαράζει. Σου στέλνει σκέψεις να καίνε και εικόνες που το μυαλό βασανίζουν. Και βάλε αλκοόλ. Και στρίψε τσιγάρο. Τίποτα δεν σε σώζει. Δεν ξέρω τι κατάλαβες μέχρι τώρα από τη νύχτα αλλά δεν είναι βετζετέριαν. Η νύχτα θέλει σάρκα και δέρμα και σάλιο και τρίχες να φέυγουν και ήχους και ανάσες. Δεν θέλει η νύχτα μοναξιά αλλιώς σε έφαγε με τη μία. Η νύχτα είναι αιμοβόρος τόπος. Με τη μία σε κάνει χίλια κομμάτια κι η μέρα αδύναμη και φθινοπωρινή δεν μπορεί να σε κάνει πάλι ένα. Τη νύχτα βάφομαι με μπογιές και σε νικώ. Τη νύχτα αλλάζω ονόματα και κρύβομαι. Τη νύχτα μπορώ να με αγαπήσω. Τη νύχτα θρύψαλλα σε κάνω και σε κρύβω επιμελώς κάτω από το τραπέζι. Τη νύχτα έχει δύναμη το σώμα. Έχει σκοπό. Μα χωρίς μέρα, τι να την κάνε...

summertime sadness.

Εικόνα
Δεν έχω να σου δώσω τίποτα άλλο. Δεν έχω. Δεν θέλω να έχω τίποτα άλλο να σου δώσω. Πες το καλοκαιρινή μιζέρια. Πες το μέλλουσα φθινοπωρινή μελαγχολία. Πες το όπως θες. Αλλά να ξέρεις: Πέρα από την ασύγκριτη κι ασυγκράτητη και πέρα από κάθε κουρασμένο καλοκαίρι, αγάπη μου, δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω. Κι αν τις νύχτες που στο ζεστό και υγρό και μικρόπνοο κήπο του σπιτιού μου σε ατενίζω σαν σκέψη και σ' ακουμπάω μ΄ένα χαμόγελο μικρό, σαν μειδίαμα, δεν είσαι στ΄ αλήθεια εδώ, κάπου στις πηχτές και δροσιστικές ενδόμυχες - μα τόσο ζωντανές- μου ιδέες είσαι πιο παρών κι από την γάτα που γυροφέρνει τα γυμνά μου πόδια και με φλερτάρει για ένα κομμάτι κρέας. Είσαι εδώ. Πάντα ήσουν. Όποιο κι αν ήταν το εδώ μου, ήταν και δικό σου. Όπως κι αν σε λένε. Όπως κι αν είσαι, τελικά. Είσαι εδώ και φέτος. Περνάνε τα καλοκαίρια και συ μου κρατάς το χέρι πιο σφιχτά πιο ζωντανά. Που θα πάει, λοιπόν, μια μέρα θα σε δω και δεν θα μπορώ να σε πιστέψω. Γι΄ αυτό και ...

This is a poem

Εικόνα
You are the poem.

Words.

Εικόνα
Λέξεις που δεν είπαμε. Που δεν διαβάσαμε. Που δεν ακούσαμε. Που δεν επαναλάβαμε. Λέξεις που δεν τολμήσαμε να αγγίξουμε. Που δεν αφήσαμε να μας πλησιάσουν. Λέξεις που δεν υπήρξαν και δεν πλάσαμε. Λέξεις που φτιάξαμε και κρύψαμε. Λέξεις μικρές που αγαπήσαμε και λέξεις μεγάλες που με απέχθεια απομακρύναμε. Λέξεις μωρο μου. Λέξεις δικές σου. Λέξεις σχεδόν δικές μου. Οι λέξεις μας. Οι λέξεις τους. Ας τες λέξεις να μικρύνουν, μπας και μεγαλώσουν τα λεπτά που έχουμε για να ερωτοτροπήσουμε. Δώσε μου λέξεις να σε ερωτευτώ. Σου δίνω λέξεις να με αγαπήσεις. Λέξη, μία και τελειωτική: Πράξη http://christostheodorou.bandcamp.com/

We will always have Athens, άλλωστε!

Εικόνα
Διαφορετικός κόσμος. Άλλος. Μπαίνεις στο σπίτι και μια άλλη μουσική, χαρούμενη, ενθουσιώδης σε υποδέχεται. Χαμόγελο στ´ αυτιά και φωνή στα ύψη. Χαίρεσαι που το έχεις αυτο στη ζωή σου. Και ποιος δεν θέλει μια ζεστη  Υποδοχη κάθε που μπαίνει σπίτι του. Χαρά στα ουράνια και κατανόηση ακόμα πιο πέρα. Μια διαίσθηση, μια γνώση για σένα και το μέσα σου. Ένας κάποιος που πριν λίγο καιρο δεν ήξερες καν. Ενας φίλος. Ένας καθημερινός κρίκος σύνδεσης των αυτών και των εκείνων. Ένας πασπαρτού συγκάτοικος. Μια θετική, ξινή ανα διαστήματα, αλλά θετική φυσική τάση. Ένας κόσμος κλεισμένος μέσα του γεμάτος όνειρα και φιλοδοξίες. Ένας φίλος. Αυτιά όλο του το σώμα για το δικό σου πρόβλημα. Βράδια με κλάματα να σου φτιάχνει χαμομήλι και να σε ρωτάει ξέροντας αλλά γνωρίζοντας και πως να στο αλαφρυνει " τώρα γιατί κλαίς;". Ξέρει πότε και τί. Σκληροπυρινικός και συναισθηματικός. Υπερπαραγωγή αλλά και λόου μπάτζετ. Συνδυασμός λιμάνι κι αλάνι αλλα σαλόνι και μποτέ. Σπάνια περίπτωση ταλαντούχου ατόμου....

Φώτα παραθύρων επώδυνα.

Εικόνα
Πόσο σκληρά κι επώδυνα με βασανίζουν τα φώτα των σπιτιών, το βράδυ. Η σκέψη μου πλάθει εικόνες έρωτα και με σκοτίζει. Με βουρκώνει. Που θα πάει, θα αφήσω κι εγώ το φως μου μια μέρα ανοιχτό. Κι όχι από αϋπνία. Ούτε θα το ´χω ξεχάσει. Θα το χω για να σε βλέπω σαν κοιμάσαι. Όταν έρθεις. Αν.

Είναι επικίνδυνο το ηλιοβασίλεμα.

Εικόνα
Είναι επικίνδυνο το ηλιοβασίλεμα. Κρατάει κλειδιά και ξεκλειδώνει αισθήσεις που έχεις ξεχάσει. Τις αφυπνίζει ύπουλα. Και καθώς αμέριμνα το ατενίζεις, θυμάσαι. Όχι πρόσωπα. Όχι καταστάσεις. Αισθήσεις αφυπνίζει. Ή αν θες καλύτερα αναμνήσεις αισθήσεων. Κι είναι επικίνδυνες οι αναμνήσεις. Κι είναι επικίνδυνες οι αισθήσεις. Στο ψιθυρίζει η καρδιά αυτό που θέλει, εμμονικά και ανα τακτά διαστήματα, ανάμεσα στο κάθε "είμαι καλά" που της λες. Δεν θέλει ούτε η καρδιά ούτε το σώμα αναμνήσεις αισθήσεων. Θέλει αυτες τις ίδιες παρούσες, ισχυρές, επιβλητικές. Θέλει η καρδιά την αφή. Θέλει την γεύση. Θέλει να μυρίσει για να συγκινηθει. Θέλει να ακούσει. Η καρδιά θέλει να βλέπει εικόνες. Καινούργιες, φρέσκες, ζωντανές. Είναι επικίνδυνη η καρδιά χωρίς αισθήσεις. Είναι επικίνδυνες οι αισθήσεις που παρήλθαν. Ειναι επικίνδυνο το ηλιοβασίλεμα. Μα αλήθεια, κι αυτό, τί φταίει;